Ευρετήριο

Κρίνω (Α)


Κρίνω (Β) Κ.Δ. (Ε.Γ./ΚΕΙΜ.)

Kρίνω (OM)


ΡΙΖΑ: Kρι-, κριν-jω, κρίνω.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Χωρίζω, αποχωρίζω, θέτω κατά μέρος.

2) Επιλέγω, κάνω επιλογή, εκλέγω.

3) Παθητ. εκλέγομαι, διακρίνομαι.

4) Εκφέρω κρίση ή απόφαση για έναν αγώνα ή αγώνισμα.

5) Ερμηνεύω, επεξηγώ.

6) Ερωτώ, εξετάζω, φέρω σε κρίση, κατηγορώ, εγκαλώ, κλητεύω.

7) Δίδω, παραχωρώ (μετά από σχετική απόφαση).

8) Αποφασίζω ή αποφαίνομαι ότι θεωρώ σκόπιμο.

9) Αποφασίζω, προκρίνω, προτιμώ, είμαι αποφασισμένος να πράξω κάτι.

10) Σχηματίζω κρίση για κάτι.

11) Εκφέρω, διατυπώνω καταδικαστική απόφαση (στα πλαίσια δίκης).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Κρίσις, Κριτήριον, Κριτής, Κριτικός, Κρῖμα, Ἄκραιτος, Ἀκρισία, Κριτέον, Κριτός, Εὐκρινής, Κρῖμνον, Κεκριμένος, Κρίνων, Κρινόμενος.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Δικάζω, Λέγω ή Ἀπολέγω, Ἐξαιρώ.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀκρισία, Ἄκριτος, Σύγχυσις.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. κρίνω, Πρτ. ἔκρινον, Μέλ. κρινῶ, αόρ. ἔκρινα, Πρκ. κέκρικα, Υπερσ. ἐκεκρίκειν.

Μέσ. ενεστ. κρίνομαι, Πρτ. ἐκρινόμην, Μέλ. μέσ. κρινοῦμαι, Μέλ. παθ. κριθήσομαι, Αόρ. μέσ. ἐκρινάμην, Αόρ. παθ. ἐκρίθην, Πρκ. κέκριμαι, Υπερσ. ἐκεκρίμην.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Κρίνω

Α) Αμετάβατο: κρίνω.

Β) Μεταβατικό

i) + αιτ.: διακρίνω-ξεχωρίζω κάτι ή κάποιον, κρίνω κάποιον ή κάτι, κατακρίνω κάποιον.

ii) + τελ.απαρ.: αποφασίζω να…

2) Κρίνομαι

Α) Αμετάβατο: κρίνομαι.

Β) Μεταβατικό

i) + ποιητ.αιτ.: κρίνομαι από…

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΛΕΞΗ-ΦΡΑΣΕΙΣ-ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ-ΛΕΚΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ-ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ (ΓΝΩΜΙΚΑ):

ΛΕΞΗ: Τοποθετώ τον εαυτό μου στη θέση του Κριτή, προβαίνω αυθαιρέτως με κάθε αφορμή σε κρίση παντός επιστητού. Κρίνω, δικάζω, αποφασίζω: ενοχοποιώ, καταδικάζω, (αντίθ.) απαλλάσσω, αθωώνω. Η λ. κρίσις (ως παραγ. του ρ. κρίνω) φέρεται (φιλοσοφ.) ότι είναι φορέας κάποιας τιμής αληθείας, είτε είναι αληθής είτε είναι ψευδής. «Πρότασις κρίσεως ἐστί λόγος καταφατικός ἤ ἀποφατικός τινός κατά τινός» (Αριστοτέλης).

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ: Όπως φαίνεται καθαρά στη ΛΕΞΗ προηγουμένως, οι έννοιες αυτής αναφέρονται και περιλαμβάνουν: κρίση, δίκη, απόφαση καταδίκης ή αθωότητας στα πλάισια του αποφαίνομαι και αποφασίζω, καθώς έχω εξετάσει, ερμηνεύω και εκφράζω την ετυμηγορία.

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ (ΓΝΩΜΙΚΑ): Κρίνω: παράνομη πράξη, ακόμα και θεωρώ ζητήματα άξια ζωής ή θανάτου (κρίνομαι περί…) – κρίνω, ψηφίζω, αποφασίζω.

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: (Ριζ.) Crin- , Crine-, Crinia-Crino.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Judge, Think, Criticize, Decide, Reason.

Κρίνω, f. κρινῶ, aor. ἔκρινα, inf. κρῖναι, part. κρίνας, -αντος, pf. κέκρικα, pf. pas. κέκριμαι, to divide, to separate, Il. ii, 362; to part; κρίνει… καρπόν τε καὶ ἄχνας, Il. v, 501; to distinguish, to choose out, to select, Æschyl. Eum. 465; to judge, οἵτινες ἱκανοὶ ἀκούσαντες κρῖναι τὰ λεγόμενα, Plat. Hipp. Maj. 14; to think, esteem, Soph. Œd. T. 34; to decide; τύχη κρινεῖ, fortune will decide, Soph. Antig. 328, where κρινεῖ is the Attic fut., the penult being short, and the final syllable circumflexed; in the present κρίνει, the penult is long, and has the acute accent; to form an opinion, κρίνας φοιτᾷ, Aristoph. Nub. 937; to bring to trial, κατηγορεῖ μὲν ἐμοῦ, κρίνει δὲ τοῦτον, Demosth. 230, 7; to try as a judge, or to question judicially, Soph. Antig. 395; to pass sentence; to accuse, condemn; to examine; to bring to a crisis; κρίνει ἔαρ, the spring brings the disease to a crisis, Aretœus; to understand or to be understood; καὶ ὑμῖν ἀκούσασι κρῖναι εὐμαθής (λόγος), and easy to be understood by you who have heard it, Æschin. c. Ctes.; to interpret, ὥς μοι κρίνωσίν ὀνείρους, Eurip. Hec. 87; Il. v, 150; Æschyl. Prom. 483; mid. κρίνομαι, to choose for one’s self, to select, Odys. iv, 778; to debate about, to wrangle, Aristoph. Nub. 67; to decide a quarrel; to contend with others in battle, Il. ii, 385; pas. κρίνομαι, to be judged, to be called into judgment; ὑπὲρ δὲ τοῦ μηδέ πω κεκρίσθαι ὑπ’ ἐμοῦ, concerning this, that you were never brought to trial by me, Æschin. c. Ctes.; to be condemned; also, to be selected, Odys. xxiv, 107; approved; περὶ θανάτου κρίνεσθαι, to be tried for his life, Demosth. 53, 26; οἱ κεκριμένοι, the condemned, Id.; τὸ κεκριμένον, what is selected, distinct, Il. xiv, 19; 1. a. pas. ἐκρίθην, 1. a. subj. pas. κριθῶ, ῇς, ῇ. In the part. Homer has κρινθείς, Il. xiv, 129; τὸ κριθέν, what has been resolved on, a decree; 1. f. pas. κριθήσομαι.

κρίνω [ῑ], Ep. 3sg. ind. κρίνησι (δια-) f.l. in Theoc.25.46: fut. κρῐνῶ, Ep., Ion. κρῐνέω (δια-) Il.2.387: aor.

ἔκρῑνα Od.18.264, etc.: pf.κέκρῐκα Pl.Lg.734c, etc.:—Med., fut. κρῐνοῦμαι E.Med.609, but in pass. sense, Pl.Grg.521e: aor. ἐκρῑνάμην Il.9.521, etc.:—Pass., fut. κρῐθήσομαι A.Eu.677, Antipho 6.37, etc.: aor. ἐκρίθην [ῐ] Pi.N.7.7, etc.; 3pl. κρίθεν Id.P.4.168, ἔκριθεν A.R.4.1462; Ep.opt. κρινθεῖτε (δια-) Il.3.102, part. κρινθείς 13.129, Od.8.48, inf. κρινθήμεναι A.R.2.148: pf. κέκρῐμαι Pi.O.2.30, And.4.35, etc.; inf. κεκρίσθαι (ἀπο-) Pl. Men.75c:—Aeol. κρίννω dub.in IG12(2).278 (Mytil.): aor. ἔκριννε ib. 6.28(Mytil., ἐπ-); inf. κρίνναι ib.526b15:—Thess. pres. inf. κρεννέμεν ib.9(2).517.14 (Larissa):—separate, put asunder, distinguish, ὅτε τε ξανθὴ Δημήτηρ κρίνῃ . . καρπόν τε καὶ ἄχνας Il.5.501, etc.; κρῖν' ἄνδρας κατὰ φῦλα 2.362. cf. 446; ἥλιος ἠὼ καὶ δύσιν ἔκρινεν Emp.154.1; κ. τὸ ἀληθές τε καὶ μή Pl.Tht.150b; τούς τε ἀγαθοὺς καὶ τοὺς κακούς X. Mem.3.1.9, etc.:—also Med., ἀντία δ' ἐκρίναντο δέμας καὶ σήματ' ἔθεντο χωρὶς ἀπ' ἀλλήλων Parm.8.55:—Pass., κρινόμενον πῦρ Emp.62.2.

pick out, choose, ἐν δ' ἐρέτας ἔκρινεν ἐείκοσιν Il.1.309; ἐκ Λυκίης . . φῶτας ἀρίστους 6.188, cf. Od.4.666, 9.90, 195, 14.217, etc.; κ. τινὰ ἐκ πάντων Hdt.6.129; κρίνασα δ' ἀστῶν . . τὰ βέλτατα A.Eu.487; δίδωμί σοι κρίναντι χρῆσθαι S.OC641, etc.:—Med., κρίνασθαι ἀρίστους to choose the best, Il.9.521, cf. 19.193, Od.4.408, 530, etc.:—Pass., to be chosen out, distinguished, ἵνα τε κρίνονται ἄριστοι 24.507; esp.in partt., κεκριμένος picked out, chosen, Il.10.417, Od.13.182, al., Hdt.3.31; κρινθείς Il.13.129, Od.8.48; ἀρετᾷ κριθείς distinguished for . . , Pi.N.7.7; κριθέντων ἐν τοῖς ἱερέοις approved . . , GDI2049.15 (Delph.); ἀσπίδα . . κεκριμένην ὕδατι καὶ πολέμῳ proved by sea and land, AP9.42 (Leon.); ἐν ζῶσι κεκριμένα numbered among . . , cj. in E.Supp.969 (lyr.); εἰς τοὺς ἐφήβους κριθείς Luc.Am.2.

decide disputes, κρίνων νείκεα πολλά Od.12.440; ἔκριναν μέγα νεῖκος . . πολέμοιο 18.264: c.acc. cogn., οἳ . . σκολιὰς κρίνωσι θέμιστας judge crooked judgements, Il.16.387; κ. δίκας Hdt. 2.129; κρῖνε δ' εὐθεῖαν δίκην A.Eu.433, etc.; πρώτας δίκας κρίνοντες αἵματος ib.682; κρινεῖ δὲ δὴ τίς ταῦτα; Ar.Ra.805; κ. κρίσιν Pl.R. 36oe; ἄριστα κ. Th.6.39; κρίνουσι βοῇ καὶ οὐ ψήφῳ they decide the question . . , Id.1.87; μίσει πλέον ἢ δίκῃ κ. Id.3.67; τὸ δίκαιον κ. Isoc.14.10; τῷ τοῦτο κρίνεις; by what do you form this judgement? Ar.Pl. 48; κ. περί τινος Pi.N.5.40, Pl.Ap.35d, Arist.Rh.1391b9, etc.:— Pass., ἀγὼν κριθήσεται A.Eu.677; κἂν ἰσόψηφος κριθῇ (sc. ἡ δίκη) ib. 741: impers., κριθησόμενον a decision being about to be taken, Arr.An. 3.9.6.

decide a contest, e.g. for a prize, ἀγῶνα κ. Ar.Ra.873; ἔργον ἐν κύβοις Ἄρης κρινεῖ A.Th.414: c. acc. pers., κ. τὰς θεάς decide their contest, i.e. judge them, E.IA72:—Pass., Id.Supp.601(lyr.); αἱ μάχαι κρίνονται ταῖς ψυχαῖς X.Cyr.3.3.19:—Med. and Pass., of persons, have a contest decided, come to issue, κρινώμεθ' Ἄρηϊ Il.2.385, cf.18.209; ὁπότε μνηστῆρσι καὶ ἡμῖν . . μένος κρίνηται Ἄρηος Od.16.269; βίηφι κ. Hes.Th.882; dispute, contend, Ar.Nu.66; περὶ ἀρετῆς Hdt.3.120; οὐ κρινοῦμαι . . σοι τὰ πλείονα E.Med.609; δίκῃ περί τινος κρίνεσθαι Th.4.122; κρίνεσθαι μετά τινος v.l. in LXX Jd.8.1, Jb.9.3; πολλαῖς μάχαις κριθείς Nic.Dam.20 J.; compete in games, c. acc. cogn., κριθέντα Πύθια JRS3.295 (Antioch. Pisid.): pf. part., decided, clear, strong, κεκριμένος οὖρος Il.14.19; πόνοι κεκρ. decided, ended, Pi.N.4.1.

win a battle, τὴν μάχην Ἀννίβας ἔκρινε Plb.3.117.11.

adjudge, κράτος τινί S.Aj.443:—Pass., τοῖς οὔτε νόστος . . κρίθη Pi.P.8.84; τὰ κριθησόμενα the sum adjudged to be paid, PLips.38.13 (iv A. D.).

abs., judge, give judgement, ἄκουσον . . καὶ κρῖνον Ar.Fr.473; ἀδίκως κ. Pherecr.96, cf. Men.Mon.287, 576.

Medic., bring to a crisis, τὸ θερμὸν φίλιόν [ἐστι] καὶ κρῖνον Hp.Aph.5.22; κ. τὰ νοσήματα Gal.Nat. Fac.1.13, al.:—Pass., of a sick person, come to a crisis, ἐκρίθη εἰκοσταῖος Hp.Epid.1.15 (also impers. in Act., ἔκρινε τούτοισιν ἑνδεκαταίοισιν the crisis came . . , ib.18); τοῦ πάθους κριθέντος D.S.19.24.

judge of, estimate, πρὸς ἐμαυτὸν κρίνων [αὐτόν] judging of him by myself, D.21.154; πρὸς ἀργύριον τὴν εὐδαιμονίαν κ. Isoc.4.76:—Pass., ἴσον παρ' ἐμοὶ κέκριται Hdt.7.16.α'; εὔνοια καιρῷ κρίνεται Men.691.

expound, interpret in a particular way, τὸ ἐνύπνιον ταύτῃ ἔκριναν Hdt. 1.120, cf. 7.19, A.Pr.485, etc.:—in Med., ὁ γέρων ἐκρίνατ' ὀνείρους Il. 5.150.

c. acc. et inf., decide or judge that . . , Hdt.1.30, 214, Pl. Tht.17od, etc.; κρίνω σὲ νικᾶν A.Ch.903; so, with the inf. omitted, ἀνδρῶν πρῶτον κ. τινά S.OT34; Ἔρωτα δ' ὅστις μὴ θεὸν κρίνει μέγαν E.Fr.269; τὴν πόλιν ἀθλιωτάτην ἔκρινας Pl.R.578b; ἐκ τῶν λόγων μὴ κρῖνε . . σοφόν Philem.228:—Pass., Ἑλλήνων ἕνα κριθέντ' ἄριστον S.Ph. 1345, cf. Th.2.40, etc.

decide in favour of, prefer, choose, κρίνω δ' ἄφθονον ὄλβον A.Ag.47lt;*>, cf. Supp.396 (both lyr.); τὴν ἐλπίδα τῆς τύχης πάρος S.Tr.724; τινὰ πρό τινος Pl.R.399e, cf. Phlb.57e; τι πρός τι Id.Phd.110a (Pass.); εἴ σφε κρίνειεν Πάρις E.Tr.928, cf. Ar.Av. 1103, Ec.1155; choose between, δύ' ἔσθ' ἃ κρῖναι τὸν γαμεῖν μέλλοντα δεῖ, ἤτοι προσηνῆ γ' ὄψιν ἢ χρηστὸν τρόπον Men.584.

c.inf.only, determine to do a thing, UPZ42.37(ii B. C.), Ep.Tit.3.12, 1 Ep.Cor.2.2, etc.; ζῆν μεθ' ὧν κρίνῃ τις ἄν (sc. ζῆν) with whom he chooses to live, Men.506; but τὸ βιάζεσθαι οὐκ ἔκρινε D.S.15.32.

form a judgement of a thing, μὴ κρῖν' ὁρῶν τὸ κάλλος Men.Mon.333.

in Trag., question, αὐτὸν . . ἅπας λεὼς κρίνει παραστάς S.Tr.195; εἴ νιν πρὸς βίαν κρίνειν θέλοις ib.388; καὶ κρῖνε κἀξέλεγχ' Id.Ant.399; μὴ κρῖνε, μὴ 'ξέταζε Id.Aj.586; σέ τοι, σὲ κρίνω Id.El.1445.

bring to trial, accuse, D.2.29, 18.15, 19.233; κ. θανάτου judge (in matters) of life and death, X.Cyr.1.2.14; κ. τινὰ προδοσίας Lycurg.113; περὶ προδοσίας Isoc.15.129; κ. τινὰ κακώσεως ἐπαρχίας, Lat. repetundarum, Plu.Caes. 4:—Pass., to be brought to trial, Th.6.29; θανάτου (δίκῃ add. cod. B) Id.3.57; Λεωκράτους τοῦ κρινομένου Lycurg.1; κρίνομαι πρὸς Σωφρόνην; Men.Epit.529; τρὶς κρίνεται παρ' ὑμῖν περὶ θανάτου D.4.47; ἐκρίνετο τὴν περὶ Ὠρωποῦ κρίσιν θανάτου Id.21.64: c. gen. criminis, κρίνεσθαι δώρων Lys.27.3: κ. ἐπ' ἀδικήματι Plu.2.241e: abs., ὁ κεκριμένος Aeschin.2.159.

pass sentence upon, condemn, D.19.232:— Pass., to be judged, condemned, κακούργου . . ἐστι κριθέντ' ἀποθανεῖν Id.4.47; μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε Ev.Matt.7.1; τὰ κεκριμένα the judgement of a court, PRyl.76.8 (ii A. D.). (κρι-ν-yω ἐ-κρι-ν-σα, cf. Lat. cerno (from *cr[icaron]-n-), crībrum (from *crei-dhrom).)

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Cerno, Dirimo, Discepto, Judico, Accuso, Damno.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Beurteilen, Richten, Bewerten, Einschätzen, Werten, Er, Achten, Richter sein, Begutachten, Schiedsrichter sein, Verhandeln.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Giudicare, Misurare, Stimare, Supporre.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Juger.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Juzgar, Decidir, Enjuiciar, Considerar, Opinar, Arbitrar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Julgar, Sentenciar, Crer.

επιστροφή στο ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ 1-58

EKΤΥΠΩΣΗ εκτύπωση